ρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρο < αρχαία ελληνική ῥῶ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρο ουδέτερο άκλιτο

  • το δέκατο έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ρ, κεφαλαίο: Ρ). (Ν.Ελληνικής)

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]