ροβίτσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ροβίτσα ροβίτσες
γενική ροβίτσας
αιτιατική ροβίτσα ροβίτσες
κλητική ροβίτσα ροβίτσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ροβίτσα < → λείπει η ετυμολογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾɔˈvi.tsa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ροβίτσα θηλυκό

  • είδος φασολιού πολύ μικρό σε μέγεθος και πράσινο, προέρχεται από το φυτό ρόβι
    Στα Καλάβρυτα το στιφάδο της ροβίτσας είναι τοπική σπεσιαλιτέ.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]