ροδέλας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

ροδέλας

  1. ροδέλα, στη γενική του ενικού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

(ανεπίσημο) ροδέλας (el) αρσενικό (ροδέλα θηλυκό)

  1. σβέλτος, ταχύς, που εργάζεται ή τρέχει γρήγορα
  2. ο μηχανάκιας, ο μηχανόβιος, αυτός που έχει μοτοσικλέτα-μηχανάκι-μοτοσακό

3. ο ομοφυλόφιλος (συνώνυμο :ροδελάκιας)