ροζάριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ροζάριο ροζάρια
γενική ροζαρίου ροζαρίων
αιτιατική ροζάριο ροζάρια
κλητική ροζάριο ροζάρια
Rosary.jpeg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ροζάριο < ιταλική rosario < λατινική rosarium, ουδέτερο του rosarius < λατινική rosa, αρχαία ελληνική ῥόδον < ινδοϊρανικής προέλευσης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /rɔ.ˈza.ri.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ροζάριο ουδέτερο και ροδάριο[1]

  1. (θρησκεία) το κομπολόι που χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια των προσευχών των καθολικών
  2. (κατ’ επέκταση) σειρά σχετικών προσευχών

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]