ρολό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ρολό τα ρολά
      γενική του ρολού των ρολών
    αιτιατική το ρολό τα ρολά
     κλητική ρολό ρολά
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρολό < γαλλική rouleau < rouler < παλαιά γαλλικά ruele, roele («μικρός τροχός») < μεσαιωνική λατινική rotulo < λατινική rotula < rota < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *Hroteh₂(«κυλώ»)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

το ρολό ουδέτερο, ενικόςρουλό)

  1. μια επίπεδη επιφάνεια (π.χ. ένα κομμάτι χαρτί) τυλιγμένο έτσι ώστε να πάρει κυλινδρικό σχήμα
  2. (γενικότερα) οποιοδήποτε αντικείμενο κυλινδρικού σχήματος
  3. εργαλείο βαφής
  4. φαγητό από κιμά σε σχήμα κυλίνδρου
  5. (στον πληθυντικό) κουφωματικά ρολά / ρολά κουφωμάτων
    προστατευτικό πλέγμα που τυλίγεται σε κύλινδρο για να ανεβοκατεβαίνει και χρησιμοποιείται για την προστασία καταστημάτων (και σπιτιών), μπροστά από τις εισόδους τους ή τα παράθυρα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνω κάτι ρολό: τυλίγω κάτι γύρω από ένα άξονα ώστε να γίνει ρολό
  • κατεβάζω τα ρολά: κλείνω το κατάστημα, (μεταφορικά) σταματώ να εργάζομαι ή να σκέφτομαι (λόγω κόπωσης)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • roller shutter στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Wikipedia-logo-v2.svg
  • meatloaf στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Wikipedia-logo-v2.svg

Μεταφράσεις[επεξεργασία]