ρομπότ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɾoˈbot/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ρο‐μπότ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ρομπότ ουδέτερο άκλιτο
- αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής
- ※ «Άκου, είναι αρκετά μπερδεμένο. Τεχνικά, δεν είμαι ρομπότ. Μπορεί να μοιάζω με ρομπότ, αλλά δεν είμαι. Είμαι σάιμποργκ.» Ουάου, Δηλαδή είσαι ένα υβρίδιο μεταξύ...» «Ναι. Στην ουσία, είμαι ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί μηχανικά μέλη». (Νίκος Α. Μάντης, Αδύνατες πόλεις: Τα χρονικά της προσομοίωσης, εκδ. Καστανιώτη, 2024)
- (μεταφορικά) άνθρωπος που λειτουργεί και σκέφτεται μηχανικά κι άβουλα ή υπακούει τυφλά σε διαταγές άλλων
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ρομπότ στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ρομπότ
|
- 1 2 ρομπότ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τσεχικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)