ρουγκατσάρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρουγκατσάρης ρουγκατσάρηδες
γενική ρουγκατσάρη ρουγκατσάρηδων
αιτιατική ρουγκατσάρη ρουγκατσάρηδες
κλητική ρουγκατσάρη ρουγκατσάρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρουγκατσάρης < σλαβική рогатый (rɐˈɡatɨj: που έχει κέρατα, διάβολος) < рогат (rɐˈɡat: που έχει κέρατα) < рог (κέρατο) < πρωτοσλαβική *rogъ (κέρατο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρουγκατσάρης αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]