ρουκετοπόλεμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρουκετοπόλεμος ρουκετοπόλεμοι
γενική ρουκετοπολέμου ρουκετοπολέμων
αιτιατική ρουκετοπόλεμο ρουκετοπολέμους
κλητική ρουκετοπόλεμε ρουκετοπόλεμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρουκετοπόλεμος < ρουκέτα + πόλεμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρουκετοπόλεμος αρσενικό

  1. πόλεμος που επιχειρείται με ρουκέτες
  2. παραδοσιακό αναστάσιμο έθιμο της Χίου
    το έθιμο του ρουκετοπολέμου ανάγεται από τουρκοκρατίας μεταξύ δύο ενοριών του χωριού Βροντάδο.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]