ρουσφετολογικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ρουσφετολογικός ρουσφετολογική ρουσφετολογικό
γενική ρουσφετολογικού ρουσφετολογικής ρουσφετολογικού
αιτιατική ρουσφετολογικό ρουσφετολογική ρουσφετολογικό
κλητική ρουσφετολογικέ ρουσφετολογική ρουσφετολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρουσφετολογικοί ρουσφετολογικές ρουσφετολογικά
γενική ρουσφετολογικών ρουσφετολογικών ρουσφετολογικών
αιτιατική ρουσφετολογικούς ρουσφετολογικές ρουσφετολογικά
κλητική ρουσφετολογικοί ρουσφετολογικές ρουσφετολογικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρουσφετολογικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ρουσφετολογικός

  1. που σχετίζεται με το ρουσφέτι
    ※«[...]εἰς συζητήσεις προσωπικὰς, μωρολογικὰς καὶ ρουσφετολογικὰς[...]», από την εφημερίδα Ακρόπολις, 30 Οκτωβρίου 1883.
  2. που γίνεται με σκοπό το ρουσφέτι, είναι ρουσφέτι ή υποκρύπτει ρουσφέτι
    ρουσφετολογική τροπολογία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]