Μετάβαση στο περιεχόμενο

ρουτίνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ρουτίνα οι ρουτίνες
      γενική της ρουτίνας
    αιτιατική τη ρουτίνα τις ρουτίνες
     κλητική ρουτίνα ρουτίνες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ρουτίνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική routine  + κατάληξη θηλυκού [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɾuˈti.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ρουτίνα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ρουτίνα θηλυκό

  1. η μονότονη καθημερινότητα
      Ξαναπαντρεύτηκε, μου είπε εμπιστευτικά στο γαμήλο πάρτι, για να ξανακερδίσει τις χαμένες ηδονές της απιστίας. Μόνο ο γάμος εμπνέει τις παράνομες ηδονές. Χωρίς αυτόν γίνονται ρουτίνα (Μίμης Ανδρουλάκης, , Έτσι κάνουν όλες Ο ερωτικός βίος του καθηγητή «Νοστράδαμου», εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. η τυποποιημένη αλληλουχία (χορού, γυμναστικής, πολεμικής τέχνης, προγραμματισμού, προετοιμασίας, τεχνικής κτλ)
  3. (προγραμματισμός) επαναλαμβανόμενο πρόγραμμα, μέρος σχεδίου
    χρειάζεται παράδειγμα

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]