ρουτίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρουτίνα < γαλλική routine

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρουτίνα θηλυκό

  1. η μονότονη καθημερινότητα
  2. η τυποποιημένη αλληλουχία (χορού, γυμναστικής, πολεμικής τέχνης, προγραμματισμού, προετοιμασίας, τεχνικής κτλ)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]