Μετάβαση στο περιεχόμενο

ρουφάω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ῥοφάω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ρουφάω < ρουφ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ῥουφῶ < αρχαία ελληνική ῥοφῶ, συνηρημένος τύπος του ῥοφέω / ῥοφάω πρωτοελληνική *hropʰéyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srebʰ- (ρουφώ)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɾuˈfa.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ρουφάω

ρουφάω/ρουφώ, πρτ.: ρουφούσα/ρούφαγα, αόρ.: ρούφηξα, παθ.φωνή: ρουφιέμαι, π.αόρ.: ρουφήχτηκα, μτχ.π.π.: ρουφηγμένος

  1. πίνω κάτι θορυβωδώς με χαρακτηριστικές κινήσεις της γλώσσας και των χειλιών
  2. πίνω ή τρώω κάτι λαίμαργα
  3. εισπνέω
  4. απορροφώ
      σαν έμπαινε στο λουτρό να ξουριστεί, ήμουν με την ψυχή στο στόμα: κόβονταν ίσαμε εκατό φορές, το άκουγα να σκούζει και να σιγοβρίζει, κι έπειτα τα μούτρα του ήταν σαν κιγμάς, μες στα αίματα, που όσα κομματάκια χαρτί και να κόλλαγε, δεν φτούραγαν να το ρουφήξουν. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)
  5. (για υγρό στοιχείο: λίμνη, θάλασσα) έλκω κάτι προς τον βυθό
  6. (μεταφορικά) εξαντλώ
  7. προσέχω και αφομοιώνω κάτι που ακούω ή διαβάζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]