ρουφήχτρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρουφήχτρα < ρουφώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρουφήχτρα θηλυκό

  1. στρόβιλος μέσα σε θάλασσες και ωκεανούς.
  2. άτομο που θαυμάζει ή λέει ανοησίες, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος τις θεωρεί βλακείες.
  3. (μεταφορικά) που πίνει πολύ, που μεθάει

Μεταφράσεις[επεξεργασία]