ρουχισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρουχισμός ρουχισμοί
γενική ρουχισμού ρουχισμών
αιτιατική ρουχισμό ρουχισμούς
κλητική ρουχισμέ ρουχισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρουχισμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρουχισμός αρσενικό

  1. το σύνολο των ενδυμάτων, ο ιματισμός.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]