Μετάβαση στο περιεχόμενο

ρυπαίνομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

ρυπαίνομαι, π.αόρ.: ρυπάνθηκα, μτχ.π.π.: ρυπασμένος, (ενεργ.: ρυπαίνω)