ρυπαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρυπαίνω < αρχαία ελληνική ῥυπαίνω < ῥύπος ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική pollute)

Ρήμα[επεξεργασία]

ρυπαίνω (παθητική φωνή: ρυπαίνομαι)

  1. επιβαρύνω το περιβάλλον με επιβλαβείς ουσίες, ήχο ή φως
  2. (μεταφορικά) λερώνω, βρομίζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  ρύπος

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]