ρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ρω < αρχαία ελληνική ῥῶ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ρω ουδέτερο άκλιτο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ρω
|
→ δείτε τη λέξη ρο |
ρω ουδέτερο άκλιτο
|
→ δείτε τη λέξη ρο |