ρόγα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ρώγα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρόγα ρόγες
γενική ρόγας ρογών
αιτιατική ρόγα ρόγες
κλητική ρόγα ρόγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρόγα < λατινική rogo < erogo (μοιράζω, δίνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρόγα θηλυκό

  1. μισθός, πληρωμή σε αγρότη ή κτηνοτρόφο

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Η λέξη με την αρχική της σημασία χρησιμοποιείται πια πολύ σπάνια, συναντάται όμως συχνά ως εσφαλμένη γραφή του ομώνυμου ρώγα.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]