ρόιδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρόιδο ρόιδα
γενική ρόιδου ρόιδων
αιτιατική ρόιδο ρόιδα
κλητική ρόιδο ρόιδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρόιδο < ρόιδι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρόιδο ουδέτερο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τα κάνω ρόιδο: τα θαλασσώνω, τα κάνω άνω κάτω (από το έθιμο να πετάνε ρόδι την Πρωτοχρονιά για να σκορπιστούν οι κόκκοι και όσοι είναι αυτοί, να είναι οι ευτυχισμένες στιγμές της χρονιάς, ή σε άλλες περιοχές έθιμο γάμο, όπου η νύφη σκάει με δύναμη ένα ρόδι και μετά πατάει τους κόκκους του)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]