ρόπαλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρόπαλο ρόπαλα
γενική ροπάλου
& ρόπαλου
ροπάλων
& ρόπαλων
αιτιατική ρόπαλο ρόπαλα
κλητική ρόπαλο ρόπαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρόπαλο < αρχαία ελληνική ῥόπαλον < ῥέπω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ρόπαλο ουδέτερο

  • χοντρό ραβδί, με πιο πλατύ το ένα άκρο, που χρησιμοποιείται συνήθως σε επιθετικές ενέργειες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]