ρόπτρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρόπτρο ρόπτρα
γενική ρόπτρου ρόπτρων
αιτιατική ρόπτρο ρόπτρα
κλητική ρόπτρο ρόπτρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρόπτρο < αρχαία ελληνική ῥόπτρον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɾɔp.tɾɔ/
ρόπτρο με κρίκο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρόπτρο ουδέτερο

  • μεταλλικό αντικείμενο σε διάφορα σχέδια, το οποίο κρέμεται στην εξώπορτα των σπιτιών και οι επισκέπτες το χτυπούν αντί για κουδούνι
  • ρόπτρο στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]