ρόστο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρόστο ρόστα
γενική ρόστου ρόστων
αιτιατική ρόστο ρόστα
κλητική ρόστο ρόστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρόστο < ιταλική arrosto

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρόστο ουδέτερο

  1. κομμάτι κρέας μαγειρεμένο ολόκληρο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]