Μετάβαση στο περιεχόμενο

ρότσα

Από Βικιλεξικό

Κυπριακά (el-cyp)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ρότσα < γαλλική roche (βράχος, πέτρα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ρότσα θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]