σάγουλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάγουλα σάγουλες
γενική σάγουλας σάγουλων
αιτιατική σάγουλα σάγουλες
κλητική σάγουλα σάγουλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάγουλα < βενετική sagola

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάγουλα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος): λεπτό σχετικά σχοινί με το οποίο τυλίγεται το ιστίο (πανί) μετά την αφαίρεσή του από το κατάρτι για φύλαξη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]