σάκκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάκκος σάκκοι
γενική σάκκου σάκκων
αιτιατική σάκκο σάκκους
κλητική σάκκε σάκκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάκκος < αρχαία ελληνική σάκκος ή σάκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάκκος αρσενικό



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σάκκος σάκκω σάκκοι
Γενική σάκκου σάκκοιν σάκκων
Δοτική σάκκ σάκκοιν σάκκοις
Αιτιατική σάκκον σάκκω σάκκους
Κλητική σάκκε σάκκω σάκκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάκκος < σημιτική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάκκος αρσενικό

  1. τρίχινο χοντρό ύφασμα
  2. ράσο
  3. σάκος, σακί, τσουβάλι
  4. κόσκινο, στραγγιστήρι
  5. άγρια γενειάδα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

  • αττικός τύπος, δωρικός τύπος: σάκος