σάκχαρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σάκχαρο | τα | σάκχαρα |
| γενική | του | σακχάρου & σάκχαρου |
των | σακχάρων |
| αιτιατική | το | σάκχαρο | τα | σάκχαρα |
| κλητική | σάκχαρο | σάκχαρα | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σάκχαρο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σάκχαρον[1] < σάκχαρ < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱorkeh₂ (άμμος, πέτρα)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σάκχαρο ουδέτερο
- (βιολογία, στον πληθυντικό) οι υδατάνθρακες
- η ζάχαρη
- (ιατρική) η σακχαρώδης διαβήτης
Δεν κάνει να τρώω πολλά γλυκά γιατί πάσχω από σάκχαρο.- ≈ συνώνυμα: σακχαροδιαβήτης
- > υπερώνυμα: διαβήτης
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Το όνομα σάκχαρα προήλθε από ορισμένους απλούς αντιπροσώπους της κατηγορίας αυτής, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από γλυκιά γεύση. Δεν θα έπρεπε όμως να ονομάζονται στο σύνολό τους σάκχαρα γιατί στην κατηγορία αυτή ανήκουν και ενώσεις οι οποίες δεν έχουν γλυκιά γεύση και το αντίστροφο, δηλαδή υπάρχουν χημικές ενώσεις που έχουν γλυκιά γεύση αλλά δεν ανήκουν στα σάκχαρα.
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σάκχαρο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα σανσκριτικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)