σάλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάλι σάλια
γενική σαλιού σαλιών
αιτιατική σάλι σάλια
κλητική σάλι σάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάλι < ιταλική scialle < γαλλική châle [1] < περσική شال (shāl)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsa.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάλι ουδέτερο

  1. γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. σάλι στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.