σάλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάλι < περσική شال (shāl) < από τα σανσκριτικά साडी śāṭī

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsa.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάλι ουδέτερο

  1. γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]