σάλπη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σάλπη | οι | σάλπες |
| γενική | της | σάλπης | των | σαλπών |
| αιτιατική | τη | σάλπη | τις | σάλπες |
| κλητική | σάλπη | σάλπες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σάλπη < αρχαία ελληνική σάλπη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σάλπη θηλυκό
- είδος ψαριού (Sarpa salpa) που συγγενεύει με τη γόπα