σάουνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάουνα σάουνες
γενική σάουνας
αιτιατική σάουνα σάουνες
κλητική σάουνα σάουνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάουνα < αγγλική sauna < φινλανδική sauna < πρωτοφιννοουγγρική *savńa < πρωτοουραλική *sakńa (χειμερινό κατάλυμα, λάκκος σκαμμένος μέσα στο χιόνι για προσωρινό καταφύγιο)
Ξύλινο κουβούκλιο για σάουνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάουνα θηλυκό

  1. λουτρό θερμότητας μέσα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο που ακολουθείται από ψυχρό λουτρό και προσφέρει χαλάρωση και αναζωογόνηση
  2. ο χώρος μέσα στον οποίο αναπτύσσονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες, ώστε να εκτεθεί σε αυτές ο λουόμενος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]