σάρισα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάρισα σάρισες
γενική σάρισας σαρισών
αιτιατική σάρισα σάρισες
κλητική σάρισα σάρισες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάρισα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάρισα θηλυκό

  1. μακρύ κοντάρι με το οποίο ήταν οπλισμένοι οι άντρες της αρχαίας μακεδονικής φάλαγγας


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]