σάρκωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάρκωμα σαρκώματα
γενική σαρκώματος σαρκωμάτων
αιτιατική σάρκωμα σαρκώματα
κλητική σάρκωμα σαρκώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάρκωμα < σάρξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάρκωμα ουδέτερο

  1. (ιατρική) είδος κακοήθους όγκου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]