σάρπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάρπα σάρπες
γενική σάρπας
αιτιατική σάρπα σάρπες
κλητική σάρπα σάρπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάρπα < εσάρπα < γαλλική écharpe

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάρπα θηλυκό

  1. γυναικείο ρούχο φτιαγμένο από πλεκτό ύφασμα, συχνά σε σχήμα τριγώνου, που φοριέται πάνω σε μπλούζα, φόρεμα κλπ. και καλύπτει την πλάτη και τους ώμους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]