σάρπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σάρπα οι σάρπες
      γενική της σάρπας
    αιτιατική τη σάρπα τις σάρπες
     κλητική σάρπα σάρπες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάρπα < εσάρπα < γαλλική écharpe

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάρπα θηλυκό

  • γυναικείο ρούχο φτιαγμένο από πλεκτό ύφασμα, συχνά σε σχήμα τριγώνου, που φοριέται πάνω σε μπλούζα, φόρεμα κλπ. και καλύπτει την πλάτη και τους ώμους

Μεταφράσεις[επεξεργασία]