Μετάβαση στο περιεχόμενο

σάτυρος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σάτυρος οι σάτυροι
      γενική του σάτυρου
& σατύρου
των σάτυρων
& σατύρων
    αιτιατική τον σάτυρο τους σάτυρους
& σατύρους
     κλητική σάτυρε σάτυροι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σάτυρος < αρχαία ελληνική
μάσκα σατύρου

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σάτυρος αρσενικό

  1. (ελληνική μυθολογία) ακόλουθος του Διονύσου· απεικονίζεται συχνά με πόδια και ουρά τράγου, μυτερά αφτιά και σε στύση
      Και καθώς ο Διόνυσος ήταν παθιάρης άντρας και δεν παρεξηγούσε λεπτομέρειες τύπου « Αγάπη μου , μην το πάρεις στραβά , αλλά έχω ένα παπάρι να » , είχε πάθει τρελό σεβντά με τον Άμπελο, αλλά το παλικάρι τώρα , εμ σάτυρος. (Αύγουστος Κορτώ, Νεοελληνική Μυθολογία, εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. (μεταφορικά) άντρας που δεν ελέγχει τις ορμές του και προσβάλλει σεξουαλικά γυναίκα με χειρονομίες ή άλλες άσεμνες πράξεις

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]