σάχης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σάχης οι σάχηδες
      γενική του σάχη των σάχηδων
    αιτιατική τον σάχη τους σάχηδες
     κλητική σάχη σάχηδες
όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάχης < μεσαιωνική ελληνική σάχης < περσική شاه (shāh, βασιλιάς) [1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάχης αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]