σάχλας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάχλας < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάχλας αρσενικό

  1. που είναι σαχλός, που κάνει και λέει σαχλαμάρες, που δεν είναι σοβαρός άνθρωπος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]