σάψαλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάψαλο σάψαλα
γενική σάψαλου σάψαλων
αιτιατική σάψαλο σάψαλα
κλητική σάψαλο σάψαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάψαλο < τουρκική şapşa

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάψαλο ουδέτερο

  1. (οικείο), (μειωτικά) αδύναμος, χούφταλο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]