σέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: σε

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σέ < εἰσέ με αποβολή του αρχικού φωνήεντος < αρχαία ελληνική εἰς με προσθήκη <ε> από συμπροφορά με αντωνυμίες που άρχιζαν με [e]
π.χ. εἰς ἐμένα is eˈmena > iseˈmena > ise ˈmena με ανασυλλαβισμό[1]
σέ > νέα ελληνικά: σε

Πρόθεση[επεξεργασία]

σέ

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας[επεξεργασία]

σέ

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας[επεξεργασία]

σέ

Κλίση[επεξεργασία]

Προσωπική Αντωνυμία
ενικός
πτώση α' πρόσωπο β' πρόσωπο γ' πρόσωπο
ονομαστική ἐγώ σύ -
γενική ἐμοῦ, μου σοῦ, σου (οὗ)
δοτική ἐμοί, μοι σοί, σοι οἷ, οἱ
αιτιατική ἐμέ, με σέ, σει ()
κλητική (οὗτος) (αὕτη) -
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ἡμεῖς ὑμεῖς (σφεῖς)
γενική ἡμῶν ὑμῶν (σφῶν)
δοτική ἡμῖν ὑμῖν (σφίσι(ν))
αιτιατική ἡμᾶς ὑμᾶς (σφᾶς)
κλητική - - -
δυϊκός αριθμός:
α' πρόσωπο ονομ.αιτ.: νώ, νῶϊ γενική, δοτική: νῷν
β' πρόσωπο ονομ.αιτ.: σφώ, σφῶϊ γενική, δοτική: σφῷν