σέμπρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σέμπρος σέμπροι
γενική σέμπρου σέμπρων
αιτιατική σέμπρο σέμπρους
κλητική σέμπρο σέμπροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σέμπρος < σλαβική sebrȗ < *sepra (=φίλος σε πρωτοβαλτικές γλώσσες)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σέμπρος αρσενικό

  1. αυτός που κατόπιν συμφωνίας καλλιεργεί ένα κτήμα που ανήκει σε άλλον κρατώντας για τον εαυτό του μέρος από την σοδειά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επίμορτος, κολίγας
  2. αυτός που κατόπιν συμφωνίας βόσκει ξένα ζώα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]