σέντρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σέντρα σέντρες
γενική σέντρας (σεντρών)
αιτιατική σέντρα σέντρες
κλητική σέντρα σέντρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σέντρα < αγγλική centre < αρχαία γαλλικά centre < λατινική centrum < αρχαία ελληνική κέντρον (αντιδάνειο) < κεντέω / κεντῶ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱent-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsεn.dɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σέντρα θηλυκό

  1. ψηλοκρεμαστή πάσα σε συμπαίκτη συνήθως κοντά στην περιοχή των αντιπάλων
  2. το κεντρικό σημείο του γηπέδου
  3. (κατ’ επέκταση) η περιοχή γύρω από το κέντρο του γηπέδου
  4. το χτύπημα με το οποίο ξεκινάει ο αγώνας στην αρχή ή μετά από γκολ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εναρκτήριο λάκτισμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]