σέπαλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σέπαλο τα σέπαλα
      γενική του σέπαλου των σέπαλων
    αιτιατική το σέπαλο τα σέπαλα
     κλητική σέπαλο σέπαλα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σέπαλο < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsɛ.pa.lɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σέπαλο ουδέτερο


Μεταφράσεις[επεξεργασία]