σέπια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σέπια σέπιες
γενική σέπιας
αιτιατική σέπια σέπιες
κλητική σέπια σέπιες
φωτογραφία σε σέπια του 1895

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σέπια < λατινική sepia (σουπιά, αλλά και μελάνι από σουπιά) < αρχαία ελληνική σηπία (σουπιά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σέπια θηλυκό

  1. είδος σκουρόχρωμου μελανιού που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική
    σέπια (χρώμα):   
  2. τρόπος εμφάνισης φωτογραφικού φιλμ σε φιλμ ή φωτογραφικό χαρτί, που μετατρέπει μία φωτογραφία σε αποχρώσεις ενός χρώματος
  3. (κατ’ επέκταση) γενική ονομασία φίλτρου προγραμμάτων επεξεργασίας εικόνας που μετατρέπει μία φωτογραφία σε αποχρώσεις ενός χρώματος, με βασικό σκοπό να εμφανίζεται η φωτογραφία σαν παλαιωμένη.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]