σέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σέρα οι σέρες
      γενική της σέρας των (σερών)
    αιτιατική τη σέρα τις σέρες
     κλητική σέρα σέρες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σέρα < ιταλική serra

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σέρα θηλυκό

  1. θερμοκήπιο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]