σέρνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σέρνω < μεσαιωνική ελληνική σέρνω < σύρνω < αρχαία ελληνική σύρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tuer (αναδεύω, ανακατεύω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsεɾ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σέρνω (παθητική φωνή: σέρνομαι)

  1. τραβάω πίσω μου, όπως κινούμαι, κάποιον ή κάτι
  2. μετακινώ κάτι τραβώντας το ή ωθώντας το, χωρίς να το σηκώνω
  3. παθητική φωνή: σέρνομαι
    1. τριγυρίζω κουρασμένα με ανία και χωρίς σκοπό
    2. τραβάω σε μάκρος, διαρκώ μεγάλο χρονικό διάστημα
    3. για αρρώστια που εξαπλώνεται

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]