σήμαντρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σήμαντρο τα σήμαντρα
      γενική του σήμαντρου των σήμαντρων
    αιτιατική το σήμαντρο τα σήμαντρα
     κλητική σήμαντρο σήμαντρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σήμαντρο < αρχαία ελληνική σήμαντρον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σήμαντρο ουδέτερο

  1. μεταλλική ή ξύλινη πλάκα που χρησιμοποιείται σαν καμπάνα σε ξωκλήσια, μοναστήρια κλπ.
  2. σφραγίδα
    • το εργαλείο σφραγίσματος
    • το σημάδι που αφήνει
  3. είδος κρουστού μουσικού οργάνου που έχει τριγωνικό σχήμα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]