σήμαρμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σήμαρμα < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σήμαρμα ουδέτερο
- (ιδιωματικό) μουσικό όργανο
- ※ (Δημήτριος Βυζάντιος, Βαβυλωνία, Πράξις πρώτη, 1836)
- ΧΙΟΣ Φέρτεν τώρη τα σημάρματα...· ωφού!
- ΑΝΑΤ. Τι τα πη σημάρματα;...· εσύ τρελλάτηκες, άνταμ!
- ΧΙΟΣ Βγιολιά, διαβόντρου μισέ χαντζή...· ωχού...· βγιολιά, λαγούτα... (φωνάζει). Ωχού...· και φέρτεν τα γλήγορις ...· ήσκασα, φέρτεν τα...· (συντρίβει άλλο εν ποτήριον).
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σήμαρμα
|
|