σίκλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σίκλος < αρχαία ελληνική σίκλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σίκλος αρσενικό (και σίγλος)

  1. (παρωχημένο) κουβάς
  2. (αρχαιολογία) αρχαία μονάδα βάρους
  3. (αρχαιολογία) αρχαία νομισματική μονάδα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σίκλος < → Η ετυμολογία λείπει.

  1. Σημ. Υπάρχει στο ιδίωμα της Καλαβρίας η λέξη siculo που σημαίνει κουβάς και οι Ιταλοί το ετυμολογούν από το αρχαίο σκαφίδι.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σίκλος αρσενικό (και σίγλος)

  1. μονάδα βάρους
  2. νομισματική μονάδα

Σημ. Είναι Εβραϊκή μονάδα βάρους και νομισματική μονάδα. Όχι Ελληνική.