σίφουνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σίφουνας < αρχαία ελληνική σίφων

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σίφουνας αρσενικό

  1. ταχέως περιστρεφόμενη στήλη ανέμου που οφείλεται σε πολύ χαμηλή ατμοσφαιρική πίεση στο κέντρο της στήλης
  2. (μεταφορικά) φοβερά γρήγορος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]