σαββατιανός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σαββατιανός σαββατιανή σαββατιανό
γενική σαββατιανού σαββατιανής σαββατιανού
αιτιατική σαββατιανό σαββατιανή σαββατιανό
κλητική σαββατιανέ σαββατιανή σαββατιανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σαββατιανοί σαββατιανές σαββατιανά
γενική σαββατιανών σαββατιανών σαββατιανών
αιτιατική σαββατιανούς σαββατιανές σαββατιανά
κλητική σαββατιανοί σαββατιανές σαββατιανά
Αρχείο:SAVATIANO.jpg
Σαββατιανό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαββατιανός < Σάββατο + -ιανός < ελληνιστική κοινή σάββατον < εβραϊκή שבת (šabbāṯ) (σταματώ να εργάζομαι, σταματώ)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σαββατιανός, -ή, -ό

  1. άλλη μορφή του σαββατιάτικος
    Στα χέρια όμως των διαβασμένων και των Φαρισαίων, ο νόμος αυτός είχε γίνει τυραννικότατος. Επειδή θεωρούσαν πως η σαββατιανή αργία τούς ξεχώριζε από τους Εθνικούς, Έλληνες και Ρωμαίους, τους μισητούς ειδωλολάτρες, την εφήρμοζαν με τέτοια στενομυαλιά, προσέχοντας στις λεπτομέρειες, και ξεχνώντας τον αρχικό της σκοπό, ώστε η ζωή του ορθοδόξου Εβραίου καταντούσε ανυπόφορη. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού/Κεφάλαιο ΚΔ)
  2. (βοτανική) (ουσιαστικοποιημένο) σαββατιανό: ελληνική ποικιλία (άσπρου) σταφυλιού, απ’ την οποία παράγεται ρετσίνα
    Έκανε προχθές την πρώτη του θριαμβευτική είσοδο στην πρωτεύουσα «επί πώλου όνου» το σαββατιανό: ο βασιλιάς των σταφυλιών –κι ας είναι το λαϊκότερο απ’ όλα τα σταφύλια— καβάλα επάνω στο βασιλιά των τετραπόδων – κι ας είναι το ταπεινότερο απ’ όλα τα τετράποδα! (Κώστας Βάρναλης, Το σαββατιανό σταφύλι, εφ. Πρωία, 9/8/2015)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παροιμίες[επεξεργασία]

  • σαββατιανό κατάπιασμα, πομπή της εβδομάδας

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]