σαβουρογάμης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαβουρογάμης < σαβούρα + -γάμης (γαμάω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ο σαβουρογάμης αρσενικόσαβουρογάμισσα θηλυκό)

  1. άτομο που δεν κάνει επιλογές στην ανεύρεση ερωτικών συντρόφων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]