σαβουρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαβουρώνω < σαβούρα + -ώνω < μεσαιωνική ελληνική σαβούρα < λατινική saburra < sabulum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sámh₂dʰos < *sem- (εκχέω, χύνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σαβουρώνω

  1. προσθέτω σαβούρα, έρμα σε πλεούμενο
  2. (λαϊκότροπο) τρώω μεγάλη ποσότητα φαγητού, πιθανόν αδιαφορώντας για την ποιότητα, απλώς για να γεμίσω το στομάχι μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]