σαβούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαβούρα σαβούρες
γενική σαβούρας σαβούρων
αιτιατική σαβούρα σαβούρες
κλητική σαβούρα σαβούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαβούρα < μεσαιωνική ελληνική σαβούρα < λατινική saburra < sabulum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sámh₂dʰos < *sem- (εκχέω, χύνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαβούρα θηλυκό

  1. το σύνολο των βαρών που τοποθετούνται στα πλοίαυποβρύχια) και αερόστατα, προκειμένου ν’ αυξηθεί η ευστάθειά τους
    συνώνυμα: έρμα
  2. (μεταφορικά) κάθε άχρηστο πνευματικό ή υλικό προϊόν
    το σαββατοκύριακο πέταξα όλη τη σαβούρα από την αποθήκη και κράτησα μόνο τα έπιπλα
    προτιμώ να πάω εγώ για ψώνια γιατί αυτός μόνο σαβούρες πάει και φέρνει
  3. (μεταφορικά-υβριστικά) για άσχημη γυναίκα ή κοπέλα, (αρσενικό σαβούρης)
  4. (μεταφορικά-υβριστικά) για γυναίκα κακής πάστας, (αρσενικό σαβούρης)
    σε είδανε πάλι στην πλατεία με εκείνη τη σαβούρα
  5. (μεταφορικά) τροφή κακής ποιότητας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]